Εκδήλωση Συντονισμού 31.03: Εισήγηση 4η Η στροφή της έρευνας στον πόλεμο. Πανεπιστήμια, start up και το νέο ερευνητικό, πολεμικό οικοσύστημα

 Εισήγηση του Γιώργου Πισίνα


Αυτή την περίοδο υπάρχει μία πολύ μεγάλη συζήτηση γύρω από το ζήτημα των πανεπιστημίων με επίκεντρο την στροφή της χρηματοδότησης στην πολεμική βιομηχανία και τη συμμετοχή πανεπιστημίων και έρευνας στον πόλεμο. Ωστόσο, η εμπλοκή των πανεπιστημίων στον πόλεμο δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο.Xαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ΗΠΑ, όπου το Πεντάγωνο δίνει 12 δισεκατομμύρια κάθε χρόνο για έρευνα για πολεμικούς σκοπούς. Ήδη από την περίοδο του ψυχρρού πολέμου, είχε συγκροτήσει ένα στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, στενά συνδεδεμένο με τη χρηματοδότηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και το οποίο έτρεχε τεράστια προγράμματα στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Ενδεικτική η περίπτωση το διάσημο πανεπιστήμιο John Hopkins, που είχε γίνει και γνωστό την περίοδο του COVID ως νούμερο ένα στις επιστήμες υγείας, και είχε συγκροτήσει το COVID-19 Dashboard το οποίο έγινε μια παγκόσμια ανοιχτή πηγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο γύρω από την εξέλιξη της πανδημίας παγκοσμίως. Το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο έχει χρηματοδοτήσεις προγραμμάτων ύψους 1,4 δις ετησίως , κυρίως στον τομέα της ρομποτικής, τα οποία χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ. Για να κατανοήσουμε το ύψος αυτών των ποσών, μπορούμε να πούμε ότι είναι περίπου το 50% των συνολικών δαπανών έρευνας. Αντίστοιχα, και το MIT είχε παραδοσιακά, και έχει ακόμα ένα αντίστοιχα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα ρομποτικής. Ως αποτέλεσμα, Το Υπουργείο Άμυνας αποτελεί έναν από τους τρεις μεγαλύτερους ομοσπονδιακούς χρηματοδότες του MIT, αντιπροσωπεύοντας ιστορικά περίπου το 17% των συνολικών ερευνητικών. Ιστορικά μάλιστα έχει δοθεί μία πολύ μεγάλη μάχη εντός του MIT (με πυρήνα το φοιτητικό κίνημα), κυρίως γύρω από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, η οποία έχει καταφέρει να αποσυνδέσει τον πανεπιστημιακό χώρο από την πολεμική έρευνα και να εξωθήσει αυτήν την έρευνα σε παραρτήματα του MIT.
Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα και η «ρήτρα ειρήνης»:


Από την άλλη πλευρά, ενώ αυτή ήταν η κατάσταση πάντα σε σχέση με τα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη ήταν αρκετά διαφορετική η συνθήκη που είχε διαμορφωθεί στην επιστήμη και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ότι το ΕΜΠ, το οποίο περιλαμβάνει στον εσωτερικό του κανονισμό ρήτρα μη συμμετοχής σε πολεμική έρευνα. Αυτό είναι κάτι το οποίο στην Ευρώπη είναι σύνηθες. Στην Γερμανία μόνο υπάρχουν

70 πανεπιστήμια τα οποία έχουν ρήτρα μη πολεμικής έρευνας (Zivilklausel). Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια προσπάθεια απόσυρσης αυτών των δεσμεύσεων από τους εσωτερικούς κανονισμούς και τα προγραμματικά κείμενα των ιδρυμάτων. Όπως ακριβώς γίνεται και στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) αυτή την περίοδο με την διοίκηση του ιδρύματος να κινείται νομικά απέναντι στον ίδιο τον εσωτερικό κανονισμό του, ως κάτι που αντιβαίνει το σύνταγμα και την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας, αλλά και τις διπλωματικές συμφωνίες της χώρας, οι οποίες έχουν υψηλότερο νομικό βάρος από τους εθνικούς νόμους. Η “α λα καρτ” επίκληση του συντάγματος είναι συνηθισμένο φαινόμενο πλέον στην χώρα, αλλά συγκεκριμένα όσον αφορά την έρευνα και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το σύνταγμα έχει καταντήσει ένα αδειανό πουκάμισο. Παρά την ρητή απαγόρευση, έχουμε πλέον νόμιμα ιδιωτικά πανεπιστήμια, παρά την συνταγματική υποχρέωση για ελεύθερη ανάπτυξη και προαγωγή της επιστήμης έχουμε την προώθηση της ερευνητικής μονοκαλλιέργειας του πολέμου, παρά την ηθική και πνευματική διάσταση της επιστήμης ή επιστήμη έχει υπαχθεί στο κεφάλαιο και γίνεται με μοναδικό κριτήριο το κέρδος!

Από το Horizon στην τεχνολογία “διπλής χρήσης”

Μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008, η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε μία πολύ μεγάλη επενδυτική δαπάνη στο κομμάτι της έρευνας και της επιστήμης μέσα από τα προγράμματα Horizon και μέσα από τα προγράμματα της πράσινης συμφωνίας. Τα προγράμματα αυτά, εδώ και 40 χρόνια που λειτουργούν, είχαν έναν χαρακτήρα ο οποίος δήλωνε σαφώς ότι έχει αυστηρώς πολιτική (και όχι πολεμική) διάσταση. Mάλιστα ορισμένα από αυτά απαγόρευαν ακόμα και την διττή αξιοποίηση της έρευνας ως προϊόντα διττής χρήσης,δηλαδή τεχνολογίας η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονα και πολεμικού και πολιτικού χαρακτήρα.

Αυτό αντιστρέφεται πλήρως τα τελευταία χρόνια στην EE με το επόμενο Horizon Europe, το οποίο περιμένουμε να ξεκινήσει τις χορηγίες του από το 2028 και μετά. Αυτό θα γυρίσει την έρευνα πάρα πολύ γρήγορα στην έρευνα για πολεμικό σκοπό ή, όπως το λέει, «επιστήμες τεχνολογίες διπλής χρήσης».Αυτό σημαίνει ότι αν ένας επιστήμονας θέλει να μελετήσει/σχεδιάσει το πώς θα χτίσουμε μία μεγάλη γέφυρα (π.χ. από το Ρίο μέχρι το Αντίρριο), θα πρέπει αντί να πούμε το πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει μία γέφυρα η οποία συνδέει τις πόλεις μας και βοηθάει τον κόσμο να μεταφέρει τα εμπορεύματα ή να πηγαίνει στα νοσοκομεία, θα πρέπει να κάτσουμε να αποδείξουμε ότι αυτό είναι (ταυτόχρονα) ένα στρατιωτικό έργο, πολύ σημαντικό για την άμυνα του Ιονίου, ώστε να μπορούν τα τανκς να πάνε από πάνω προς τα κάτω ή ανάποδα. Κάπως έτσι γίνεται η επιστημονική έρευνα αυτή τη στιγμή. Ακόμη και για θέματα αμιγώς πολιτικού χαρακτήρα, που πηγάζουν από τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της ακαδημαϊκής κοινότητας, οι επιστήμονες εξαναγκάζονται να αναζητούν «έξυπνους» τρόπους διασύνδεσης με την πολεμική βιομηχανία, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απαραίτητη χρηματοδότηση.

Αυτό δεν είναι κάτι που που αποτελεί μακρινό σενάρο· είναι ήδη η συζήτηση των εργαζόμενων στον κλάδο. Τη Δευτέρα, που ήμασταν σε μία παράσταση διαμαρτυρίας στο Πολυτεχνείο για το ζήτημα της ρήτρας μη πολεμικής έρευνας, οι συνάδελφοι εκεί μας έλεγαν ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία ερευνητική χορηγία για επιστήμη η οποία δεν αφορά τον πόλεμο. Ότι τα ερευνητικά κονδύλια έχουν παντελώς στερέψει για τα υπόλοιπα θεματικά πεδία, ότι ο ανταγωνισμός έχει εκτοξευθεί στα ύψη και ότι η πιθανότητα επιτυχίας ενός αιτήματος χρηματοδότησης μια πολιτικής ερευνητικής πρότασης είναι ίσως και κάτω από 1%. Για όσους δεν έχουμε ή δε θέλουμε συμμετοχή σε αυτά τα πολεμικά προγράμματα, δεν υπάρχουν εργαλεία χρηματοδότησης ούτε προγράμματα ανοιχτά για να κάνουμε αιτήσεις.

Το ΕΜΠ κατέχει τα πρωτεία στη χώρα όσον αφορά την εμπλοκή της ακαδημαϊκής έρευνας σε προγράμματα για πολεμικούς σκοπούς. Ως ΣΕΡΕΤΕ έχουμε χαρτογραφήσει συνολικά 46 προγράμματα πολεμικού χαρακτήρα, εκ των οποίων τα 21 είναι σήμερα ενεργά, με συνολική χρηματοδότηση που αγγίζει τα 143 εκατομμύρια ευρώ. Η δυσαναλογία είναι προκλητική: ενώ η τακτική χρηματοδότηση του ιδρύματος από του υπουργείο είναι 7,4 εκατομμύρια , οι πόροι από πολεμικά προγράμματα είναι σχεδόν εικοσαπλάσιοι. Αυτό το καθιστά το τρίτο ίδρυμα έρευνας για τον πόλεμο στη χώρα μετά το ΚΕΜΕΑ και το ΕΚΕΤΑ στη Θεσσαλονίκη. Έξι από αυτά τα προγράμματα έχουν αμιγώς στρατιωτικό χαρακτήρα, ύψους 67 εκατομμυρίων, και ένα από αυτά είναι απόρρητο. Τα προγράμματα αυτά κυρίως αφορούν τις σχολές των Ηλεκτρολόγων, των Πολιτικών Μηχανικών και των Ναυπηγών, με τους Ηλεκτρολόγους να είναι οι πρωτεργάτες αυτής της κατάστασης. Εκεί ασκούνται και οι πιο σκληρές πιέσεις σε συναδέλφους για να γραφτούν προτάσεις συμμετοχής σε αυτό το καινούργιο πάρτι που στήνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία τεράστια επιχείρηση εκατοντάδων εργαζομένων η οποία έχει έδρα το Πολυτεχνείο. Λειτουργεί με όρους αγοράς, έχει CEO και έχει μάνατζερς, είναι δηλαδή μία κανονική εταιρεία η οποία τυχαίνει να έχει πάγιο εξοπλισμό, στην πραγματικότητα δωρεά του Πολυτεχνείου.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ταχύτητα με την οποία στήθηκε το νέο ερευνητικό το οποίο θα αναλάβει τη διασύνδεση των κονδυλίων για την πολεμική βιομηχανία, το ΕΛΚΑΚ. Στήθηκε με πάρα πολύ γρήγορους ρυθμούς το 2024! Από εκεί που περιμέναμε ότι μέχρι να βρει κτίριο, διοικητικό συμβούλιο και εργαζόμενους θα έπαιρνε καιρό, σε ένα χρόνο είναι πλήρως λειτουργικό. Πριν μερικές μέρες έκανε την παρουσίαση στην Ελλάδα του ευρωπαϊκού προγράμματος European Defence Fund (EDF), που είναι το αμιγώς στρατιωτικού χαρακτήρα ερευνητικό πρόγραμμα της Ευρώπης. Όλα αυτά τα βήματα δεν είναι τυχαία αλλά αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την πλήρη εμπλοκή του κλάδου μας στο σύμπλεγμα της πολεμικής βιομηχανίας.

Η έρευνα και η επιστήμη στον σύγχρονο καπιταλισμό: η μεγάλη εικόνα

Σε τι κατάσταση ήρθαν να μας βρουν αυτές οι νέες εξελίξεις; Το ερώτημα έχει μία ιδιαίτερη σημασία, γιατί αυτή τη στιγμή η συμμετοχή σε τέτοιου τύπου προγράμματα είναι ζήτημα επιβίωσης για τα εργαστήρια και τους εργαζόμενους τους. Με την κρατική χρηματοδότηση για την ανεξάρτητη, βασική έρευνα να έχει ουσιαστικά εκμηδενιστεί, η ερευνητική δραστηριότητα καθίσταται δυνατή ί μόνο με συμμετοχή σε τέτοια προγράμματα.

Παρότι έχει ενσωματωθεί από καιρό ένα μοντέλο χρηματοδότησης πλήρως αποκομμένο από τις κοινωνικές ανάγκες, μέσα από ανταγωνιστικά αιτήματα σε προγράμματα τύπου Horizon ή ΕΛΙΔΕΚ, όπου η Commission και τα υπουργεία αποφασίζουν κεντρικά τους όρους των χρηματοδοτήσεων (δηλαδή την κατεύθυνση της έρευνας), και όπου το ποιος τελικά λαμβάνει τη χρηματοδότηση αποφασίζεται πίσω από «κλειστές πόρτες». Εμείς στο κλάδο μας το λέμε

«double blind peer review», το οποίο σημαίνει ότι ούτε εγώ δεν ξέρω ποιος αποφασίζει για την χρηματοδότησή μου, και ούτε αυτοί ξέρουν ποιος είμαι εγώ που καταθέτω. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για προσχήματα. Γνωρίζουμε καλά ποιοι συμμετέχουν στις αποφάσεις και αυτοί ξέρουν μια χαρά ποιοι είμαστε όταν διαβάζουν τις ερευνητικές προτάσεις μας. Όπως ακριβώς ένας δάσκαλος δεν χρειάζεται να δει το όνομα σε ένα γραπτό ενός μαθητή του για να καταλάβει ποιος το έχει γράψει.

Η αποξένωση της επιστήμης από την κοινωνία και τους παραγωγούς της

Αυτή η χρηματοδοτική κατάσταση έχει παράξει μία πλήρη αποξένωση της παραγωγής έρευνας και επιστήμης από την κοινωνία. Το ζήτημα της κατανομής των πόρων είναι πρωτίστως πολιτικό· οι αποφάσεις λαμβάνονται κεντρικά από το Υπουργείο και την ΕΕ, παρακάμπτοντας τη στρατηγική στόχευση των ίδιων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Ταυτόχρονα, για εμάς τους εργαζόμενους, καταλήγουμε να μην βρίσκουμε πια νόημα στην εργασία μας, επειδή έχουμε μπει σε ένα ατέρμονο κυνήγι χρηματοδοτήσεων, δημοσιεύσεων και εξοντωτικών deadline. Πολύ συχνά, προκειμένου να πάρουμε τις χρηματοδοτήσεις, μπορεί να χρειαστεί να πούμε ψέματα ή να «ντύσουμε» αυτό που θέλουμε να κάνουμε με κάτι που χρηματοδοτείται· να τραβήξουμε μία σύνδεση που μπορεί να μην έχει καμία βάση. Από εκεί και πέρα, αναλόγως το πόσο τίμιος είσαι με τον εαυτό σου, υπάρχουν «επιστήμονες» που πειράζουν τα δεδομένα για να βγάλουν τα αποτελέσματα που πρέπει, απλά επειδή πρέπει να βγει η δημοσίευση, ή επειδή η χρηματοδότηση το απαιτεί. Πράγματα που είναι κοινά μυστικά εντός των ιδρυμάτων. Οπότε αναγκαζόμαστε και εμείς να ρίξουμε την ποιότητα της εργασίας μας, κάτι που μας αποξενώνει ακόμα περισσότερο σε σχέση με αυτό που κάνουμε. Όχι απλώς δεν παράγουμε κάτι που το αισθανόμαστε χρήσιμο για την κοινωνία, όχι απλώς δεν παράγουμε κάτι που το αισθανόμαστε δικό μας (με βάση τις ερευνητικές και επιστημονικές αναζητήσεις μας), αλλά παράγουμε συχνά και κάτι για το οποίο όλο και περισσότερο μας πιέζουν να ρίξουμε την ποιότητά του στον βωμό του κέρδους ή του κυνηγιού της φήμης ενός μεγαλο-καθηγητή ή ενός εργαστηρίου.

Η μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει το κίνημα εργαζομένων

Έχει συνεπώς, πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε για δημόσια χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και της έρευνας, για έρευνα στραμμένη στις ανάγκες της κοινωνίας, που αποφασίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και τους συμμετέχοντες φορείς στην παραγωγή της επιστήμης. Έρευνα για την κοινωνική πλειοψηφία μέσα από την μαζική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και την κατάργηση των ανταγωνιστικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων με βάση τις απαιτήσεις της αγοράς όπως τις εκφράζει το Υπουργείο Ανάπτυξης ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η μεγάλη στροφή στην έρευνα στον πόλεμο δεν είναι ένα αυτόνομο θέμα, είναι μια μάχη η οποία μπορεί να συνδεθεί μόνο μέσα από την άρνηση της υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο.

Ταυτόχρονα, οφείλουμε να μιλήσουμε για ανθρώπινους όρους εργασίας και να διεκδικήσουμε συλλογικές συμβάσεις εργασίας καιαξιοπρεπείς μισθούς ενάντια στην πολυαπασχόληση των ερευνητών. Οφείλουμε να παλέψουμε για μόνιμη και σταθερή δουλειά, ενάντια στην τωρινή υπερκινητικότητα, είτε από πρόγραμμα σε πρόγραμμα (με κυλιόμενα μπλοκάκια), είτε από εργαστήρι σε εργαστήρι και τελικά από πόλη σε πόλη. Χρειαζόμαστε σταθερότητα και ασφάλεια ώστε να μην απειλούμαστε τελικά με απολύσεις αν δεν συμμετέχουμε στην πολεμική βιομηχανία. Το αντιπολεμικό κίνημα στην έρευνα πρέπει να ριζώσει πάνω στα στοιχειώδη εργασιακά και δημοκρατικά αιτήματα για τον κλάδο, αλλιώς θα είναι ένα κίνημα με πήλινα πόδια.

Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να συνδεθεί με τα αντίστοιχα κινήματα σε κάθε κλάδο και σε κάθε χώρο εργασίας και κοινωνικής ζωής. Σε τελική ανάλυση, τα δισεκατομμύρια που πηγαίνουν στις πολεμικές δαπάνες πρέπει να επιστρέψουν στην κοινωνία σε δημόσια αγαθά: στη δημόσια επιστήμη για το όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, στις δημόσιες συγκοινωνίες, στο σύστημα υγείας και πρόληψης, στο φθηνό ρεύμα, το νερό, και την παροχή αξιοπρεπούς δημόσιας στέγης για όλους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Εκδήλωση Συντονισμού 31.03: Εισήγηση 10η Χωροταξικές διευθετήσεις, η οργάνωση του χώρου για την πολεμική προετοιμασία

Εκδήλωση Συντονισμού 31.03: Εισήγηση 2η Η στροφή στην πολεμική βιομηχανία (πολεμικές βιομηχανίες, ναυπηγεία…)