Εκδήλωση Συντονισμού 31.03: Εισήγηση 2η Η στροφή στην πολεμική βιομηχανία (πολεμικές βιομηχανίες, ναυπηγεία…)
Εισήγηση του Τσουκαράκη Γιάννη,
Είναι προφανές ότι έχουμε μπει σε περίοδο όπου οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται με ραγδαία βήματα και η επίλυσή τους απαιτεί στρατιωτική δράση.
(Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι πόλεμοι σε Ουκρανία, Γάζα και Ιράν είναι η διαδικασία μέσω της οποίας “ξεστοκάρεται” παραγόμενο στρατιωτικό προϊόν και ανοίγει ο δρόμος για τη συνέχεια της παραγωγής από τις πολεμικές βιομηχανίες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό).
Ήταν Μάης του 2025, σχεδόν ένα χρόνο πριν, όταν η ΕΕ ενέκρινε το πρόγραμμα SAFE, το πρώτο μεγάλο πακέτο διοχέτευσης κεφαλαίων, στα πλαίσια της στροφής στην “πολεμική οικονομία” μέσω του στρατηγικού σχεδιασμού με τον τίτλο ReArm Europe και χρονικό ορίζοντα το 2030.
Με προϋπολογισμό 150 δις. ευρώ η ΕΕ επιταχύνει τις διαδικασίες μετατροπής τομέων της μη πολεμικής βιομηχανίας σε πολεμική ή τη ενίσχυση υπαρχόντων πολεμικών βιομηχανιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μετατροπή εργοστασίου της VW στη Γερμανία από παραγωγή αυτοκινήτων σε κατασκευή συστημάτων πυραυλικής άμυνας σε συνεργασία με την ισραηλινή Rafael.
Για την Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου 800 εκ. ευρώ τα οποία προορίζονται να διοχετευθούν στις εγχώριες πολεμικές βιομηχανίες, τις ναυπηγικές αλλά τις βιομηχανίες επεξεργασίας μετάλλων.
Ας τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά.
Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) τότε διαπιστώνουμε οτι τα μέλη του, σήμερα, είναι πάνω από 190 ελληνικές εταιρείες όπου απασχολούνται περισσότεροι από 15000 εργαζόμενοι με κύκλο εργασιών 1,5 δις ευρώ το 2024 (δηλαδή 100.000 ευρώ ανά εργαζόμενο).
Ποια είναι η διαστρωμάτωση και τα μεγέθη αυτών των εταιρειών;
Κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι κρατικές εταιρείες πολεμικού υλικού:
Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), ιδρύθηκαν το 2014 μετά από συγχώνευση δύο κρατικών εταιρειών:
ΠΥΡΚΑΛ, παραγωγή πυρομαχικών (ίδρυση στα τέλη του 19ου αιώνα)
ΕΒΟ (Ελληνική Βιομηχανία Όπλων), κατασκευή όπλων (ίδρυση μετά τη χούντα)
Σήμερα τα ΕΑΣ απασχολούν περίπου 500 εργαζόμενους ενώ πρόσφατα (30.1.2026) υπογράφηκε συνεργασία με εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται σε Τσεχία και Σλοβακία, πατώντας πάνω στην πολεμική βιομηχανία της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας. Η κυβέρνηση διατείνεται ότι δεν αλλάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενώ ο στρατηγικός έλεγχος παραμένει στο Δημόσιο. Μένει να το δούμε.
Η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) ιδρύθηκε το 1975 με καταρχήν σκοπό την υποστήριξη του ελληνικού στρατού όλων των κλάδων αλλά κυρίως της Πολεμικής Αεροπορίας. Συντήρηση, επισκευή και μικροπαραγωγή εξοπλισμού είναι το κύριο αντικείμενο.
Από την αρχή της ίδρυσης της πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο αμερικάνικος παράγοντας και κύρια η εταιρεία Lockheed Martin (κατασκευάστρια των F-16 και όχι μόνο).
Σήμερα η εταιρεία απασχολεί περίπου 2000 εργαζόμενους “πολλαπλών ταχυτήτων”. Τι σημαίνει αυτό; Η ΕΑΒ είναι κρατική εταιρεία με αποκλειστικό μέτοχο το Υπουργείο Οικονομικών και διαχειριστή το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσληψη προσωπικού εποπτεύεται από το ΑΣΕΠ. Μέχρι το 2010 όλοι οι εργαζόμενοι υπογράφαμε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αμειβόμασταν με ΣΣΕ, είτε του επιχειρησιακού σωματείου, είτε κλαδικών σωματείων. Η ΣΣΕ ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και κάποιες φορές και κινητοποιήσεων.
Με την έλευση των μνημονίων καταργήθηκε η ΣΣΕ, στο οικονομικό της κομμάτι, και οι αμοιβές μειώθηκαν στο 50% σε ετήσια βάση με την εφαρμογή του Ενιαίου Μισθολογίου, όπως εφαρμόστηκε σε όλο το Δημόσιο (με επιπλέον επίδομα το ανθυγιεινό). Είναι προφανές ότι οι μισθοί έγιναν 12 από 14.
Ο αριθμός των εργαζόμενων άρχισε να παίρνει την κατιούσα. Πρόωρες ή βιαστικές συνταξιοδοτήσεις, παραίτηση προσωπικού και μετανάστευση στο εξωτερικό, μείωσαν το προσωπικό από τα 3000 άτομα στα σχεδόν 1200, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Οι προσλήψεις είχαν απαγορευτεί όπως και οι μετατάξεις. Εργολαβικά συνεργεία άρχισαν να μπαίνουν στην ΕΑΒ, σε δευτερεύουσες δραστηριότητες (π.χ. λογιστήριο, εστιατόριο, συντήρηση) αλλά και σε κύριες παραγωγικές εργασίες. Η ΕΑΒ παρείχε όλους τους χώρους τους και τον εξοπλισμό της και οι εργολαβικές εταιρείες παρείχαν το εργατικό δυναμικό, το οποίο αρχικά είχε υψηλότερες αμοιβές από το αντίστοιχο προσωπικό της ΕΑΒ στην αντίστοιχη θέση εργασίας, σε 14μηνη βάση.
Το καθεστώς αυτό άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά με αποφάσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Άρχισε να μειώνεται ο ρόλος των εργολαβικών εταιρειών ενώ άνοιξε ο δρόμος προσλήψεων αλλά πλέον με καθεστώς συμβάσεων ορισμένου χρόνου (συνήθως ετήσιας διάρκειας η οποία ανανεώνεται με την λήξη της). Μέχρι και σήμερα όλες οι προσλήψεις γίνονται με αυτό καθεστώς.
Ποιες είναι οι αμοιβές των νέων συναδέλφων; Πολύ πιο χαμηλές από τις αντίστοιχες αμοιβές εργαζόμενων αορίστου χρόνου. Πως γίνεται αυτό; Χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο της προϋπηρεσίας. Η εφαρμογή του Ενιαίου Μισθολογίου στην εταιρεία έγινε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μη χαθεί κανένα έτος προϋπηρεσίας για τους παλιούς εργαζόμενους. (Η προϋπηρεσία μεταφράζεται σε μισθολογικά κλιμάκια). Επίσης σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει ακόμη “προσωπική” διαφορά η οποία αυξάνει το μισθό αλλά όχι το μισθό υπολογισμού της σύνταξης. Αυτό ίσχυσε μόνο για τους παλιούς εργαζόμενους αορίστου χρόνου. Η νέοι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αμείβονται με λιγότερο μισθό διότι δεν τους αναγνωρίζεται όλη η προϋπηρεσία αλλά το πολύ μέχρι 7 χρόνια. Φανταστείτε νεοπροσλαβανόμενος εργαζόμενος 40 χρονών, ο οποίος κουβαλάει την εμπειρία του από την εργασιακή του περιπλάνηση να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν να ξεκίνησε τώρα τον εργατικό του βίο.
Επιπλέον στη τελευταία φουρνιά προσληφθέντων, εδώ και 1,5 χρόνο, δεν αναγνωρίζονται ούτε καν αυτές οι ελάχιστες προϋπηρεσίες με αποτέλεσμα να υπολείπονται μισθολογικών κλιμακίων.
Συνοψίζοντας για την ΕΑΒ έχουμε:
· Παλιούς εργαζόμενους αορίστου χρόνου με πλήρη αναγνώριση προϋπηρεσιών και μεγαλύτερες αμοιβές (μειοψηφία πλέον)
· Νέους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, μετά το 2015, όπου αναγνωρίζεται μέγιστη προϋπηρεσία 7 έτη και μειωμένες αποδοχές
· Νέους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, μετά το 2024, όπου δεν έχει αναγνωριστεί καμία προϋπηρεσία και ακόμη μειωμένες αποδοχές.
Ιδιωτικές εταιρείες:
Η Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ), πρώην κρατική εταιρεία παραγωγής εξαρτημάτων οχημάτων (και στρατιωτικών) η οποία σήμερα ανήκει αποκλειστικά σε ισραηλινή εταιρεία και δεν πρέπει να απασχολεί πάνω από 100 άτομα.
Η Intracom Defense, με προσωπικό 300-400 άτομα, παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων άμυνας, επικοινωνίας και συστημάτων ενέργειας, σε συνεργασία με ξένα κεφάλαια (και ισραηλινά).
Η εταιρεία Theon Sensors, με προσωπικό πάνω από 300 άτομα, έχει δει το τζίρο της να αυξάνεται θεαματικά, ιδίως μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας. Συνεργάζεται με ισραηλινά κεφάλαια και παράγει συστήματα νυχτερινής όρασης και θερμικής απεικόνισης.
Πολλές ακόμη εταιρείες, μικρότερες, συμμετέχουν στο μοίρασμα της πίτας.
Σημαντική συμμετοχή στην κατανομή των πολεμικών κονδυλίων έχουν τα ναυπηγεία κάθε μεγέθους. Ιδιαίτερα όμως σημαντικό ποσοστό φαίνεται ότι θα διοχετευθεί σε εταιρείες όπως:
Τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά τα οποία μετά την αλλαγή ιδιοκτήτη, πρόσφατα, φαίνεται να προσανατολίζονται στη πολεμική βιομηχανία. Ο αριθμός εργαζόμενων δεν φαίνεται να ξεπερνάει τα 130 άτομα.
Ο όμιλος εταιρειών ONEX Shipyards, ο οποίος ελέγχει τα ναυπηγεία σε Ελευσίνα και Σύρο και κατασκευάζει, πλέον, φρεγάτες για το ελληνικό και γαλλικό πολεμικό ναυτικό. Ο αριθμός των εργαζόμενων δεν πρέπει να ξεπερνάει στους 800.
Ένας άλλος κλάδος με πρωταγωνιστικό ρόλο είναι η βιομηχανίες παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλων (κύρια αλουμινίου, χαλκού και χάλυβα). Ο κλάδος αυτός είναι ο τροφοδότης των δύο προηγούμενων, πολεμικής και ναυπηγικής βιομηχανίας.
Εταιρείες όπως η METLEN συμφερόντων Μυτιληναίου και η ElvalHalcor, με χιλιάδες εργαζόμενους, συμμετέχουν στα έργα κατασκευής φρεγατών στα ναυπηγεία αλλά και σε προμήθεια υλικών της υπόλοιπης βιομηχανίας.
Ποια είναι η θέση των εργαζόμενων, οι συνθήκες εργασίες, οι αμοιβές, τα ωράρια εργασίας, η ύπαρξη ή όχι σωματείων, η συνδικαλιστική διασπορά; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι σύνθετη και δεν μπορεί να απαντηθεί τώρα. Χρειάζεται επεξεργασία και επαφές με εργαζόμενους που δουλεύουν σε αυτούς τους χώρους. Στο κατακερματισμένο εργασιακό τοπίο (διαφορετικές σχέσεις εργασίας και στις ιδιωτικές εταιρείες, διαφοροποίηση πολιτικών αμοιβής, περισσότερο ή λιγότερο ελαστικές σχέσεις εργασίας, κλπ) η δυσκολία ανάπτυξης συνδικαλιστικού κινήματος το οποίο θα κερδίζει είναι το ζητούμενο και ίσως το επιτακτικό καθήκον στην πολεμική εποχή που μπαίνουμε.
Ο παλιός συνδικαλισμός ο οποίος λειτουργούσε (και λειτουργεί) ως ο ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στους κάτω (εργαζόμενους) και τους πάνω (εργοδοσία) εξασφαλίζοντας ένα ποσοστό της παραγόμενης υπεραξίας ως αυξήσεις μισθών και παροχών διαφόρων επιπέδων έχει τελειώσει από την εποχή εισόδου στα μνημόνια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, και θα κλείσω με αυτό, οι πρόσφατες “κινητοποιήσεις” των εργαζομένων της ΕΑΒ οι οποίοι “σύρθηκαν” ουσιαστικά σε μια εκφυλιστική διαδικασία “αναίμακτου” αγώνα, όπως αρέσκεται να προπαγανδίζει η σχετικά πλειοψηφούσα παράταξη του σωματείου, η οποία κατέχει και τη θέση του προέδρου. Ουσιαστικά βέβαια οι εξελίξεις δρομολογήθηκαν με την ανοχή σχεδόν όλων των παρατάξεων του ΔΣ, το οποίο δεν λειτουργεί. Χωρίς συνελευσιακές διαδικασίες ο αγώνας ήταν υπόθεση των εκλεγμένων μέσα από διαδικασίες “λευκής” απεργίας, δηλαδή αποχή από την παραγωγή χωρίς καμία επίπτωση στο μισθό. Με νομικές διαδικασίες και με το φόβο του αυτόφωρου, το ΔΣ σύρθηκε ουσιαστικά στην αποδοχή όλων των προτάσεων της διοίκησης και το “άδοξο” τερματισμό των “κινητοποιήσεων” που το ίδιο είχε δρομολογήσει.
Η πρόσφατη εμπειρία της ΕΑΒ έδειξε με τρανταχτό τρόπο την ανάγκη ύπαρξης ισχυρού συνδικαλιστικού σχήματος το οποίο θα βάζει τα πράγματα αλλιώς ανοίγοντας δρόμους για νίκες.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου